8/10/10

ΖΗΤΩ! / σειρά ποιημάτων / XVII. XVIII. XIX. XX

XVII.
ανάμεσα στις γραμμένες κόλλες
πάντοτε υπάρχει μια ολόλευκη

στα χώματά μου
ανέσυρα ξένα πετραδάκια
μα πώς είναι δυνατόν;

τα τοποθέτησε κάποιος χωρίς να το αντιληφθώ;
να υπήρχαν πριν θεωρήσω αυτά τα χώματα δικά μου;
ή ενώ φαντάζουν ξένα, από δικά μου υλικά μυστηριωδώς
σχηματίστηκαν;

άνθρωποι που δεν αναγνωρίζω
-τόσο διαφορετικοί και
ας συναντιόνται μέσα
στο ίδιο ανείπωτο όνομα-
υπάρχουν στον τόπο μου

πιο πίσω από κει
που φτάνει το φως
πιο πάνω από το σημείο
που οι φυλλωσιές επιτρέπουν να δω
πιο χαμηλά από τα βράχια
που διακόπτουν το βλέμμα μου

δένω τον τελευταίο ψίθυρό τους
στο κορμί μου
είμαι υποχρεωμένος να γράψω
αυτά που απομένουν
να αρθρώσω τα λόγια τα ανεκπλήρωτα
το κύμβαλο να απελευθερώσω από τη σιγή του

ο θάνατος είναι ακαριαίος
μόνο στην ιατροδικαστική
σε όλο τον άλλο κόσμο
είναι αιώνιος
(συνέχεια παρόν)._

XVIII.
σαν κούκος φωλιάζει
ο πόνος στη χαρά
για το χέρι
όλα είναι ίδια
το αντικείμενο αλλάζει
μόνο στο μυαλό

για πόσο σε ρωτάω
θα κλαδεύουμε ο ένας τον άλλο;

να προσμένεις
τι δε χρειάζεται

το να είσαι ελεύθερος
σημαίνει να είσαι εναντίον σου

αποχαιρετισμός στον ήλιο
σε μια αργόσυρτη απομάκρυνση χωρίς θέληση
ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της διαστολής

το φως σε όνειρο
διαπερνάει τα σώματα
δεν απλώνει σκιές

υποχρεωμένος να ψάξω στην έρημο
θα ξοδέψω το τελευταίο μου νερό
μια καινούργια θάλασσα να στεριώσει

η δημιουργία είναι ραντεβού
δίχως τόπο και χρόνο
δίχως πρόσωπο

λίγες μέρες ακόμα
λίγα χρόνια ακόμα

για να μαζευτεί η φυλή
να συναντήσεις τον άλλον

η διάσπαση του ατόμου να ακουστεί
άτμητοι καθώς στεκόμαστε
παγωμένοι σε ένα σκοτάδι
που δε φαίνεται

τελικά χρειάζεται πολλές ανάσες η πνοή
πρέπει να πυρώσει ο κόσμος πολύ
για να χυθούμε._

XIX.
δε μπορώ να φτάσω πουθενά
τη στιγμή που ξεκινώ
και φαίνεται πως από εδώ και μπρος
όλο θα πλησιάζω αυτό που θέλω
ουσιαστικά απομακρύνομαι διαρκώς
απομακρύνομαι απ’τη πηγή της επιθυμίας
του να φτάσεις μέχρι εκεί
που κατά την εκκίνηση μέγιστα επιθυμούσες

έτσι δημιουργείται το δίλλημα
να πας προς τα εκεί
που η επιθυμία σου ελαττώνεται;
να αλλάξεις προορισμό μεγιστοποιώντας
πάλι μια επιθυμία καταδικασμένη
και αυτή τη φορά όμως να φθίνει;
ή τέλος να αγνοήσεις την επιθυμία
και ορμώμενος πλέον από μια ιδεοληπτική
εμμονή ηθικής ολοκλήρωσης στηριζόμενη
σε πιστεύω να πας μέχρι το αναπόφευκτο
τέλος ενός δόγματος;

δεν πάω πουθενά!

έτσι κι αλλιώς η αλλαγή επιθυμίας
ισοδυναμεί με ένα ταξίδι από μόνη της
και η κάθε επιθυμία είναι ένας ολόκληρος κόσμος

η ιεραρχία του πόνου
δεν αντιστρέφεται
μονάχα καταστρέφεται

το αίμα παραμένει ζωντανό
ενός χρόνου
εκατό χρόνων
το ίδιο πίνεται στο χώμα
το ίδιο θυμάσαι τον άνθρωπο
τη στιγμή που απομένεις μονάχος

η μνήμη σου παραδίδει
το ψέμα που χρειάζεσαι

δεν ακούω
όχι επειδή τίποτα δεν ηχεί
μα ξέχασα τον ήχο

τα λόγια φύγανε απόψε νωρίς
τις πράξεις δεν τις ερμήνευσα
απλά τις αποδέχτηκα
όπως τα βουνά
σαν τις θάλασσες

τα γεγονότα είναι ο καπνός ενός ανθρώπου
οι άνθρωποι είναι τα γεγονότα
δεν υπάρχει ζωντανός
παρά μόνο το γεγονός

το παλιό καινούργιο γεύεσαι
την ώρα που τελειώνεις
μάταιο το βήμα το επόμενο
αν είναι το δεύτερο._

XX.
το κρανίο
χώνεψε το σώμα

το βουνό είναι κόκκος
η θάλασσα σταγόνα
και ο ουρανός μια τελευταία ανάσα

το μάτι τραυματίζει τη φαντασία
με ευθείες

τον φίλο του σκοτώνει ο τεχνολόγος
και ο τεχνολόγος δολοφονείται απ’τον έμπορα

ένας ο χώρος
ένας ο χρόνος

αποβάλλει αδιάφορες στιγμές
τις παγιδεύει
να κολλήσουν αιώνια
στα πρόσωπα των ανθρώπων

σαν το χώμα το ξερό
που δέχεται τη βροχή και λασπώνει
η σκέψη περιμένει το γεγονός
το αίσθημα της αναμονής όμως
είναι το αποτέλεσμα του ήδη γεγονότος
πάνω στις αισθήσεις

η κίνηση γλιστράει στις σκιές
καταδικασμένο το φαινόμενο
πάντοτε θα καθυστερεί η απόφαση

αδυναμία να πεις
έφτασα, έφτασες, έφτασε
όσο και να μεγαλώνουν οι αποστάσεις πια
τα παλούκια μπίγονται πιο στενά
όλο και πιο κοντά
ακόμα πιο βαθιά

ο ξένος δε γεννιέται μακριά
στο σύνορό μου γεννιέται

ότι γίνεται στην άκρη στο δάκτυλό σου
συμβαίνει και στην άκρη του σύμπαντος

τα μάτια σου που μεγαλώνουν
τη δική μου ψυχή ρουφάνε
οι επιθυμίες μου που φουντώνουν
το δικό σου κορμί γυρεύουν

μην κυνηγάς τις λέξεις
που ξαπλώνουν στον ατμό
δε θα σε βοηθήσουν
στον μηχανισμό που βλέπεις τώρα από εδώ

θα μπεις στην πέτρα
θα μπει στο ζώο
θα μπει στο νερό
θα μπει στο δέντρο
θα μπει στη φωτιά

όλα είμαστε αυτή η μία καμπύλη._

σημείωση 25-12-2006




εξώφυλλο #4



17/9/10

BABY I

ΖΗΤΩ! / σειρά ποιημάτων / XV. XVI.

XV.
η ανάγκη διακόπτει το σκοτάδι μου
ξένες μέρες
ξένες νύχτες
πολιορκούν το κρανίο μου
η ανατολή μου
συγκρούεται με τη δύση τους
αμέτρητοι εχθροί καταφθάνουν
στις εσχατιές της σάρκας μου

ομιλίες, κραυγές, ψίθυροι
χάδια, αγγίγματα, χτυπήματα
φαινομενικά σημάδια του χρόνου
του χρόνου που πολεμά στην όψη μας

ομιχλώδης κοιλάδες
λασπωμένες στο αίμα
δίχως μνημεία
ορίζουν το πεδίο της μάχης
εκεί που ο χρόνος αγωνιά
να εισβάλει στον χώρο

χωρίς θύμηση σκάβεται το όλο
αφαιρείται το υπόλοιπο
της ιδιομόρφωσης του εγώ

μοναδική επιθυμία η διεύρυνση
τελευταία άμυνα η συνεχής απομάκρυνση από τα άκρα
η αυξανόμενη δυσκολία της απόστασης
η επέκταση της πνευματικής διαμέτρου
ευνοεί τη σιωπή στο κέντρο

αυτή η σιωπή
είναι το ξεχασμένο στοιχείο
στη σφυρηλάτηση του πύρινου λόγου

η προγονική φωτιά δεν αρκεί
να συντηρήσει τον πυρήνα της ύπαρξης
τούτο το καμίνι είναι αχόρταγο
δίχως κενό χρειάζεται
την αλήθεια να διαλύεις, να τη συνδέεις
και να τη ξαναδιαλύεις
πάνω στο λάθος

χρειάζεται κιόλας
να χώσεις τα χέρια σου στη φωτιά
να τραβήξεις το ελάχιστο
μα απόλυτα συμπυκνωμένο κράμα
να χαράξεις πάνω του όλα τα γράμματα
όσο παραμένει ρευστό
να το βαφτίσεις σε μια υγρή αγάπη
και τέλος να το εκσφενδονίσεις σε μια πορεία
που καλύπτει όλα τα σημεία
σε όλες τις κατευθύνσεις

τότε το φως διακόπτει την ανάγκη μου._

XVI.
οι μαύροι φίλοι μου
δαγκώνουν κέρματα
ξασπρίζουν οι άκρες των ονείρων
και σαν ξερά παξιμάδια
τα βουτάμε στην πλήξη μας

ο έρωτας δεν ξύπνησε
μαζί μου σήμερα
ένα χλωμό βρώμικο σεντόνι
μου άφησε για σάβανο

στις σάρκες ψάχνω ένα είδωλο
να το καρφώσω στα μπράτσα μου
παρακατιανοί ήρωες να βαφτιστούμε
ανάποδα να κρεμαστούμε
στις φθηνές σας πλάτες

περιθωριακό μνημείο
το σώμα μου θα στήσω
στην τελευταία πλατεία του χωριού
με οινοπνεύματα να με ποτίζουν
οι κοκαλωμένοι

για ποια ερείπια
αναχώρησε το μεγαλείο μας;
σε ποια κείμενα
λερώθηκε η γοητεία μας;

τον ύπνο έπνιξα
με τα ίδια μου τα χέρια
να δεχτώ την τιμωρία του αφήνιασα

και’συ που με κοιτάς
η γλώσσα σου σάπισε
σαν φρούτο στην προβλήτα
μαζεύτηκαν οι ιδέες
σκουριά πάνω στο ξυράφι

να περπατήσω άλλο δε θέλω
ένα λάθος να γίνω
μια σκιά να ρουφήξω
στις γωνίες μου να μη βολεύεσαι

δε μου έμεινε άλλο αίμα
κέρασέ με εσύ αν μ’αγαπάς

θα σε πιστέψω
αν με πιστέψεις
μια τίμια ανταλλαγή
ξεχείλισε τη ντροπή μου
γέμισε με καθρέφτες η ζωή μου

θα ήμασταν οι άλλοι
τα παιδιά θα είχαμε για συντροφιά
πώς στριμωχτήκαμε σε τούτο το χωράφι;

λαδωμένο το βήμα μας
αρχίσαμε κιόλας να τακτοποιούμε
γέμισε αριθμητική το στόμα μας
το ρίξαμε στη διαφήμιση
προπαγανδίσαμε την τρέλα
γιατί δε με ακούτε;

ανίκανοι να κλέψουμε στο ζύγι
μου ξάπλωσες Αφροδίτη
και θες να σε δαγκώσω
με λουλούδια έντυσες
το στεγνό κορμί σου
για μια νύχτα μόνο

σαν μικροπωλητές κτυπάμε
της ελευθερίας την πόρτα

ασθενής και άχρηστος
η διαστροφή μου
χάιδεψε λίγο
τη συστολή μου

για δώρο έχω μόνο
τις πληγές μου
σε αγώνα στήσαμε
τις ηδονές μας

ένα πιάτο να γλείψουμε όλοι

με τρόπο θέλεις
να σε πλησιάζω

ας ανεβάσουμε την ένταση
ας γίνουμε πολλοί
θέλω να σε δω με καινούργια στολή
ας αυξήσουμε την πίεση
δε θέλουμε χαρά

συνηθίσαμε στον πόλεμο
αστεία λέμε στα αυτιά
ποτέ δε φτάνουμε στα βαθιά

εξέχει το κενό πελώριο
στις τρύπες σου
βαμμένο κόκκινο στην άκρη

αποφάσισα να κατέβω
ένα ένα τα σκαλιά
πεθύμισα τον μονόδρομο
το αδιέξοδο

να μοιάσω στη μάνα σου
στον πατέρα σου
να γίνω ο δάσκαλός σου
ο εραστής σου

θα φτιάξω πρόγραμμα και σχέδιο
θα ξαναμπώ στη Ρώμη
να συγχωρήσω τους σακάτηδες
να ελεήσω τους φτωχούς

θα κάψω το σπίτι σου
θέλω να συναντηθούμε όλοι
οι τολμηροί
γύρω απ’τη φωτιά

βλέπω το όραμα ξανά
τρέχουμε στα σοκάκια
σπάμε παράθυρα
γράφουμε στους τοίχους
ενοχλούμε, τσακωνόμαστε
γελάμε
σε αρπάζω, με κτυπάνε
κυνηγητό και κρυφτό
στα μάτια σου

τώρα θυμάμαι
το σώμα μου
τώρα ξεκουράζω
το πνεύμα μου

απολαμβάνω τον πόνο
ακούω τους νεκρούς
χλευάζω το φαινόμενο
δένομαι στα δέντρα
και γδέρνω τα πόδια μου
στις πέτρες

το νεύρο μου
ορθώνεται
γεμάτες επιθυμίες
με βασανίζουν
στο ξέφωτο καθώς πλησιάζω

γδυτή η απουσία με περιμένει
να την αλείψω ενοχές και τύψεις
σαν ζώα στα βράχια να γαμηθούμε
τα μαλλιά της σφιχτά
στο στήθος μου τυλίγει
στο τέλος τον ιδρώτα μας θα πιούμε

η απώλεια αδερφή
και οικογένεια οι εχθροί
στα βουνά πάνω θα με υπηρετείς
στα βουνά πάνω θα σε υπηρετώ

βάφουμε τα πρόσωπά μας ζωηρά
πριν κτυπήσουμε τις καρδιές μας με σπαθιά

κατανοώ τον βρεγμένο
αγαπώ τον λερωμένο._

επιθυμία

5/9/10

17/8/10

ΖΗΤΩ! / σειρά ποιημάτων / XI. XII. XIII. XIV.

XI.
δε θα αντισταθώ
θα ελευθερωθώ

η διαταγή στέκεται δίπλα μου
σαν την κοιτάζω μεταμορφώνεται
σε συνάνθρωπο

οι ζωές στα μάτια σου επαναλαμβάνονται
στα μάτια του άλλου κρύβονται

οι συγκινήσεις εκδηλώνονται υποδόρια
οι αδένες σκύβουν
παραδίδοντας τους τελευταίους χυμούς
στους αντιπρόσωπους

το ίδιο όνομα επανακολλάται
στον διαφορετικό άνθρωπο

η ανάσα μου
η ελπίδα μου
ψηλά σε σπασμένα κατάρτια
φυλάγεται

στριμώχνονται τα χορτάρια
στη φωτεινή προβλήτα
και μόνο οι αγριάδες
επιτίθενται στο σκοτάδι

με ένταση φανερώνεται η προδοσία
καθώς διαιρούν το οξυγόνο
οι χωροφύλακες

πιεζόμαστε όλοι να θυμηθούμε
να αποδειχτούμε

ποιος είμαι εγώ δίπλα σου;
ποιος είσαι εσύ χώρια μου;

στενοχώρια, ησυχία
ξένη τάξη επικρατεί
στα σταυροδρόμια του βλέμματος

θυμάμαι πως θα έγραφα
ποιήματα για τον ήλιο, τη χαρά
θυμάμαι πως θα μου χαμογέλαγαν τα ζώα
θυμάσαι μήπως εσύ πόσο θέλαμε
να ήμαστε παρέα;

ο αέρας φύσηξε
και τις τελευταίες λέξεις
απ’το πρεβάζι μου
στέγνωσε και τα τελευταία δάκρυα
απ’τα σεντόνια μου

στέκομαι τώρα
στεγνός και γδυτός
στην άκρη της συνέχειας

ξεφορτώνω τα χρόνια μου
ασπρίζω τις ρίζες μου
φιλώ βαθιά το σήμερα
και γνέφω στο αύριο να βιαστεί

έλα κ’εσύ!

τα χέρια μου είναι ελεύθερα πια
και η καρδιά μου σπασμένο ρόδι._

ΧΙΙ.
τρίζουν οι σκέψεις μου
αντιρρησίες δηλώνονται
στην ουρά της λογικής
άδεια κάρα πηγαινοέρχονται
στο κεφάλι μου

υπακούω και σφίγγω τα εργαλεία
σαν να συγκρατώ τον κόσμο όλο

θέλω να επισκευάσω τη διαρροή
της ψυχής μου
να γράψω ξεκάθαρα τις οδηγίες
να τακτοποιήσω τις γωνίες

ανάθεμα σε αυτά τα εργαλεία
που δε σκουριάζουν
πώς να καρφώσεις το σάπιο ξύλο;
πώς να κτυπήσεις τη σαθρή την πέτρα;

δυνατά και επικίνδυνα
τα εργαλεία που όψη δεν έχουνε
θανατηφόρα στα κουρασμένα χέρια

πώς να συγκρατήσει το σχισμένο σώμα
ένα ακέραιο πνεύμα;
πώς να κουβαλήσει το ξεραμένο μυαλό
μια φουσκωμένη φαντασία;
πώς να χωρέσει σε μια ιδιοκτησία
ο χρόνος;

τα εργαλεία αυτά δεν είναι
για νοικοκύρηδες

δε μπορείς με το σφυρί να τραγουδήσεις
δε μπορείς με το τσεκούρι να γράψεις ποιήματα
δε μπορείς με το φτυάρι να ζωγραφίσεις

με άφθαρτα εργαλεία
δεν επισκευάζεις τη φθορά
με τα άφθαρτα εργαλεία τελικά
μονάχα πολεμάς._

XIII.
δε προφταίνει να σ’αγγίξει
το φως στο άκρο που περνάς
τοπία αυστηρά κάθετα
σου κόβουν τον αέρα
τα μάτια υποκύπτουν
τελικά στις βλεφαρίδες
και το χώμα αγκαλιάζει
το κορμί σου

όλα εσωκλείονται
σε μια παγωμένη στιγμή
τερατώδες γεννιέται το συναίσθημα
στο έμπα της σπηλιάς
το σκοτάδι διακόπτεται από φωνές
ένα βλέμμα αφηνιάζει ακίνητο
ιδρωμένα λόγια στριμώχνονται
βουβά στο γκρεμό

όταν η ώρα ξεπερνάει την ελπίδα
όταν ο φόβος ζωγραφίζει μια καρδιά
γιατί θέλεις να σωθείς;

τότε ο άνθρωπος συνάντησε τον άνθρωπο
τότε ο άνθρωπος έφαγε και ήπιε με τον άνθρωπο
από τότε τον άνθρωπο τον εξουσιάζει η επιλογή

το τέλος της φωτιάς χαράχτηκε βαθιά μας
πάντοτε θα υπάρχει ένας τελευταίος
στον τραγικό κύκλο
για να φυλάει τα νώτα του πρώτου
γιατί θέλεις να ξυπνήσεις;

κουρασμένα χαράματα
φορτώνονται στην πλάτη σου
ποτέ δεν κοίταξες τον ουρανό
της σκέψης σου

τα χέρια μας απλώνουμε
ανήμποροι να διακρίνουμε
την πρόθεση από την προσταγή

το αιώνια συμπιέζεται στο τώρα
η αντοχή τεντώνεται για πάντα
ισόβιο όριο της επιθυμίας

σαν σου χτυπήσουν την πλάτη
μην τρομάξεις
ήδη έχεις επιλέξει
γιατί θέλεις να σκοτώσεις;

XIV.
σαν μεγεθύνεις τις λέξεις
κουβαλάνε ανθρώπους
τραυματισμένους ήρωες
και εξαντλημένες ανάσες

η μία λέξη πίσω απ’την άλλη
άτακτα καραβάνια του πουθενά
ξεραίνονται στη σιωπή
υποχρεωτικές παύσεις
διαδέχονται τις έννοιες
και σ’αυτό το άγονο μεσοδιάστημα των σημαδιών
πυκνώνει το σκοτάδι

πύρινοι μετεωρίτες
συγκρούονται στην ομιχλώδη στέπα της ύπαρξής μας
καθώς τους ανακαλύπτουμε
τους ονομάζουμε γεγονότα
μάταια ζυγίζουμε την ύλη τους
για να αποδείξουμε το υπόλοιπο

όσο πυκνά και να υφαίνουμε
έναν ιστό αράχνης καταφέρνουμε

ο λόγος διακόπτεται
η γραφή διακόπτεται
η ίδια μας η ζωή διακόπτεται

απέραντα κενά εκτείνονται
άγνωστοι βαθιοί ωκεανοί
περιβάλουν τις στιγμές μας

με τη σκουριασμένη μνήμη μας
διασχίζουμε αφιλόξενες θάλασσες μέσα στη νύχτα
ελπίζοντας σε μια στεριά για ένα λεπτό

πόσα ναυάγια συναντάμε;
πόσους ναυαγούς εγκαταλείπουμε;

δύσκολα συνηθίζεις την αλμύρα
πόσο μάλλον όταν οι πληγές σου χάσκουν

στην ανακούφιση σου
στρατοπέδευσαν καπεταναίοι
βρώμικοι και μοχθηροί
μα η ταλαιπώρια σου τους φαντάζει
λυγερούς και ξωτικούς

σε πληροφορώ
πως την Ιθάκη την κατέλαβαν
οι βάρβαροι τελικά

μην επιστρέψεις μόνος σου
ούτε στα κύματα να βαδίσεις
να συμπληρώσουμε τους ωκεανούς με πράξεις πέτρινες
το βήμα μας να ακουστεί τρομακτικό
και ο λόγος μας δίχως κενό._