5/9/10
17/8/10
ΖΗΤΩ! / σειρά ποιημάτων / XI. XII. XIII. XIV.
δε θα αντισταθώ
θα ελευθερωθώ
η διαταγή στέκεται δίπλα μου
σαν την κοιτάζω μεταμορφώνεται
σε συνάνθρωπο
οι ζωές στα μάτια σου επαναλαμβάνονται
στα μάτια του άλλου κρύβονται
οι συγκινήσεις εκδηλώνονται υποδόρια
οι αδένες σκύβουν
παραδίδοντας τους τελευταίους χυμούς
στους αντιπρόσωπους
το ίδιο όνομα επανακολλάται
στον διαφορετικό άνθρωπο
η ανάσα μου
η ελπίδα μου
ψηλά σε σπασμένα κατάρτια
φυλάγεται
στριμώχνονται τα χορτάρια
στη φωτεινή προβλήτα
και μόνο οι αγριάδες
επιτίθενται στο σκοτάδι
με ένταση φανερώνεται η προδοσία
καθώς διαιρούν το οξυγόνο
οι χωροφύλακες
πιεζόμαστε όλοι να θυμηθούμε
να αποδειχτούμε
ποιος είμαι εγώ δίπλα σου;
ποιος είσαι εσύ χώρια μου;
στενοχώρια, ησυχία
ξένη τάξη επικρατεί
στα σταυροδρόμια του βλέμματος
θυμάμαι πως θα έγραφα
ποιήματα για τον ήλιο, τη χαρά
θυμάμαι πως θα μου χαμογέλαγαν τα ζώα
θυμάσαι μήπως εσύ πόσο θέλαμε
να ήμαστε παρέα;
ο αέρας φύσηξε
και τις τελευταίες λέξεις
απ’το πρεβάζι μου
στέγνωσε και τα τελευταία δάκρυα
απ’τα σεντόνια μου
στέκομαι τώρα
στεγνός και γδυτός
στην άκρη της συνέχειας
ξεφορτώνω τα χρόνια μου
ασπρίζω τις ρίζες μου
φιλώ βαθιά το σήμερα
και γνέφω στο αύριο να βιαστεί
έλα κ’εσύ!
τα χέρια μου είναι ελεύθερα πια
και η καρδιά μου σπασμένο ρόδι._
ΧΙΙ.
τρίζουν οι σκέψεις μου
αντιρρησίες δηλώνονται
στην ουρά της λογικής
άδεια κάρα πηγαινοέρχονται
στο κεφάλι μου
υπακούω και σφίγγω τα εργαλεία
σαν να συγκρατώ τον κόσμο όλο
θέλω να επισκευάσω τη διαρροή
της ψυχής μου
να γράψω ξεκάθαρα τις οδηγίες
να τακτοποιήσω τις γωνίες
ανάθεμα σε αυτά τα εργαλεία
που δε σκουριάζουν
πώς να καρφώσεις το σάπιο ξύλο;
πώς να κτυπήσεις τη σαθρή την πέτρα;
δυνατά και επικίνδυνα
τα εργαλεία που όψη δεν έχουνε
θανατηφόρα στα κουρασμένα χέρια
πώς να συγκρατήσει το σχισμένο σώμα
ένα ακέραιο πνεύμα;
πώς να κουβαλήσει το ξεραμένο μυαλό
μια φουσκωμένη φαντασία;
πώς να χωρέσει σε μια ιδιοκτησία
ο χρόνος;
τα εργαλεία αυτά δεν είναι
για νοικοκύρηδες
δε μπορείς με το σφυρί να τραγουδήσεις
δε μπορείς με το τσεκούρι να γράψεις ποιήματα
δε μπορείς με το φτυάρι να ζωγραφίσεις
με άφθαρτα εργαλεία
δεν επισκευάζεις τη φθορά
με τα άφθαρτα εργαλεία τελικά
μονάχα πολεμάς._
XIII.
δε προφταίνει να σ’αγγίξει
το φως στο άκρο που περνάς
τοπία αυστηρά κάθετα
σου κόβουν τον αέρα
τα μάτια υποκύπτουν
τελικά στις βλεφαρίδες
και το χώμα αγκαλιάζει
το κορμί σου
όλα εσωκλείονται
σε μια παγωμένη στιγμή
τερατώδες γεννιέται το συναίσθημα
στο έμπα της σπηλιάς
το σκοτάδι διακόπτεται από φωνές
ένα βλέμμα αφηνιάζει ακίνητο
ιδρωμένα λόγια στριμώχνονται
βουβά στο γκρεμό
όταν η ώρα ξεπερνάει την ελπίδα
όταν ο φόβος ζωγραφίζει μια καρδιά
γιατί θέλεις να σωθείς;
τότε ο άνθρωπος συνάντησε τον άνθρωπο
τότε ο άνθρωπος έφαγε και ήπιε με τον άνθρωπο
από τότε τον άνθρωπο τον εξουσιάζει η επιλογή
το τέλος της φωτιάς χαράχτηκε βαθιά μας
πάντοτε θα υπάρχει ένας τελευταίος
στον τραγικό κύκλο
για να φυλάει τα νώτα του πρώτου
γιατί θέλεις να ξυπνήσεις;
κουρασμένα χαράματα
φορτώνονται στην πλάτη σου
ποτέ δεν κοίταξες τον ουρανό
της σκέψης σου
τα χέρια μας απλώνουμε
ανήμποροι να διακρίνουμε
την πρόθεση από την προσταγή
το αιώνια συμπιέζεται στο τώρα
η αντοχή τεντώνεται για πάντα
ισόβιο όριο της επιθυμίας
σαν σου χτυπήσουν την πλάτη
μην τρομάξεις
ήδη έχεις επιλέξει
γιατί θέλεις να σκοτώσεις;
XIV.
σαν μεγεθύνεις τις λέξεις
κουβαλάνε ανθρώπους
τραυματισμένους ήρωες
και εξαντλημένες ανάσες
η μία λέξη πίσω απ’την άλλη
άτακτα καραβάνια του πουθενά
ξεραίνονται στη σιωπή
υποχρεωτικές παύσεις
διαδέχονται τις έννοιες
και σ’αυτό το άγονο μεσοδιάστημα των σημαδιών
πυκνώνει το σκοτάδι
πύρινοι μετεωρίτες
συγκρούονται στην ομιχλώδη στέπα της ύπαρξής μας
καθώς τους ανακαλύπτουμε
τους ονομάζουμε γεγονότα
μάταια ζυγίζουμε την ύλη τους
για να αποδείξουμε το υπόλοιπο
όσο πυκνά και να υφαίνουμε
έναν ιστό αράχνης καταφέρνουμε
ο λόγος διακόπτεται
η γραφή διακόπτεται
η ίδια μας η ζωή διακόπτεται
απέραντα κενά εκτείνονται
άγνωστοι βαθιοί ωκεανοί
περιβάλουν τις στιγμές μας
με τη σκουριασμένη μνήμη μας
διασχίζουμε αφιλόξενες θάλασσες μέσα στη νύχτα
ελπίζοντας σε μια στεριά για ένα λεπτό
πόσα ναυάγια συναντάμε;
πόσους ναυαγούς εγκαταλείπουμε;
δύσκολα συνηθίζεις την αλμύρα
πόσο μάλλον όταν οι πληγές σου χάσκουν
στην ανακούφιση σου
στρατοπέδευσαν καπεταναίοι
βρώμικοι και μοχθηροί
μα η ταλαιπώρια σου τους φαντάζει
λυγερούς και ξωτικούς
σε πληροφορώ
πως την Ιθάκη την κατέλαβαν
οι βάρβαροι τελικά
μην επιστρέψεις μόνος σου
ούτε στα κύματα να βαδίσεις
να συμπληρώσουμε τους ωκεανούς με πράξεις πέτρινες
το βήμα μας να ακουστεί τρομακτικό
και ο λόγος μας δίχως κενό._
12/5/10
ΖΗΤΩ! / σειρά ποιημάτων / ΙΧ. Χ.
ΙΧ.
δεν υπάρχει κανόνας
το έξω είναι άπειρο
και μέτρο του
τα κόκαλά μας
πληρωνόμαστε με κραυγές
τη σιωπή μας
φουσκώνει η θάλασσα
στα στενά μου
δε θέλω θεατής στο σώμα μου να στέκω
ιστοί συμβόλων καταντήσαμε οι άνθρωποι
η ταραχή του όχλου στην κατηφόρα
σε μια άηχη αποθήκη στοιβάζεται
το φύλλο συκής ραγισμένη ταφόπλακα στον φόβο
ανάμεσα σε φίλους και εχθρούς
οι λέξεις σφίγγουν τα δεσμά
ανάμεσα σε ξένους και γνωστούς
οι πράξεις γεύονται τις λέξεις
με πυρετό η ύπαρξη
κάθε στιγμή ρωτάει το είδωλό της
“θες να ζήσεις λίγο ακόμα;”
ογκόλιθοι τότε πέφτουν στη φωτιά
και ο ουρανός βαραίνει τα βουνά
μα πάντοτε η απάντηση αποδημεί
σε σκιερές πεδιάδες
στις γωνίες της ψυχής
μόνο η διανόηση
αδίστακτος κυνηγός
τα πέλματά της βουτάει στη λάσπη
αμολάει τη φαντασία
το μυθικό λαγωνικό
να εντοπίσει το ζωηρό το αίμα
πριν αυτό χυθεί για πάντα
βαλσαμωμένοι στέκονται
στο δάσος των σκέψεων
τυχοδιώκτες που μέθυσαν απ’τις ιδέες
διακόπτουν το νήμα της αρχής
σιδερένια καταδίκη
στο ίχνος του άλλου αναμένει
είναι αγώνας για τους αρκετούς
για όσους δε διστάσουν θηρίο
τον εαυτό τους να δούνε
στο σπίτι τους μέσα
τροφή και ύπνο θα του προσφέρουνε
τα όνειρά του στο τέλος για να κλέψουν
Προχωράμε!
ξεπερνάμε την επιθυμία της ανταπόκρισης
και μπήγουμε τη σκλήθρα του αιτίου
στην πληγή μας._
Χ.
σε υπόγειο όνειρο κατέληξα
παρέα με τη μνήμη μου
μαύρισαν τα νύχια χωρίς φωνή
το τέλος ξάπλωνε με την αρχή
τρέχανε τα μάτια
σπιθαμή προς σπιθαμή
μα στη χώρα των θηρίων
στο φως δε θα τα δεις
στριμωχτήκαμε στον καιρό
και η πρώτη ερώτηση
σαν κύμα που φτάνει στη ακτή
ξέβρασε στα χείλη μου
ένα ξεχασμένο στην άβυσσο σπαθί
μάστορες με σειρά αιώνων
στη λεπίδα του περίτεχνα είχαν χαράξει
“είσαι ο φονιάς της αυγής”
σφίγγουν τα αίματα
σκούζουν οι σάρκες
και τα χέρια μου
άλογα στο άρμα της φαντασίας
δολοφονούν τον λήθαργο
“δεν υπάρχει απάντηση πριν πεθάνεις!”
εδώ σταματάει το όνειρο
και ξεκινάει το μυστικό
αποσύρονται οι γερασμένοι
στις ρυτίδες της γης
περιοριζόμαστε στο ανέκφραστο νησί
δεμένοι στο ναυάγιο του χρήσιμου
οι καρδιές μας σκεπάζονται από αχινούς
και οι σκέψεις μας σαν πεταλίδες
ξεραίνονται στο βράχο της λογικής
να ξαπλώσεις στο όριο
να γλείψεις την επιθυμία
τα αυτιά σου κρέμασε μακριά
κλέψε τον φόβο του διπλανού σου
γίνε μαγνήτης
η ζωή είναι μέταλλο
σφυρί η ερώτηση
και η φωτιά
-ο φυγάς της βαρύτητας-
η μόνη απάντηση._










