
12/5/10
ΖΗΤΩ! / σειρά ποιημάτων / ΙΧ. Χ.
ΙΧ.
δεν υπάρχει κανόνας
το έξω είναι άπειρο
και μέτρο του
τα κόκαλά μας
πληρωνόμαστε με κραυγές
τη σιωπή μας
φουσκώνει η θάλασσα
στα στενά μου
δε θέλω θεατής στο σώμα μου να στέκω
ιστοί συμβόλων καταντήσαμε οι άνθρωποι
η ταραχή του όχλου στην κατηφόρα
σε μια άηχη αποθήκη στοιβάζεται
το φύλλο συκής ραγισμένη ταφόπλακα στον φόβο
ανάμεσα σε φίλους και εχθρούς
οι λέξεις σφίγγουν τα δεσμά
ανάμεσα σε ξένους και γνωστούς
οι πράξεις γεύονται τις λέξεις
με πυρετό η ύπαρξη
κάθε στιγμή ρωτάει το είδωλό της
“θες να ζήσεις λίγο ακόμα;”
ογκόλιθοι τότε πέφτουν στη φωτιά
και ο ουρανός βαραίνει τα βουνά
μα πάντοτε η απάντηση αποδημεί
σε σκιερές πεδιάδες
στις γωνίες της ψυχής
μόνο η διανόηση
αδίστακτος κυνηγός
τα πέλματά της βουτάει στη λάσπη
αμολάει τη φαντασία
το μυθικό λαγωνικό
να εντοπίσει το ζωηρό το αίμα
πριν αυτό χυθεί για πάντα
βαλσαμωμένοι στέκονται
στο δάσος των σκέψεων
τυχοδιώκτες που μέθυσαν απ’τις ιδέες
διακόπτουν το νήμα της αρχής
σιδερένια καταδίκη
στο ίχνος του άλλου αναμένει
είναι αγώνας για τους αρκετούς
για όσους δε διστάσουν θηρίο
τον εαυτό τους να δούνε
στο σπίτι τους μέσα
τροφή και ύπνο θα του προσφέρουνε
τα όνειρά του στο τέλος για να κλέψουν
Προχωράμε!
ξεπερνάμε την επιθυμία της ανταπόκρισης
και μπήγουμε τη σκλήθρα του αιτίου
στην πληγή μας._
Χ.
σε υπόγειο όνειρο κατέληξα
παρέα με τη μνήμη μου
μαύρισαν τα νύχια χωρίς φωνή
το τέλος ξάπλωνε με την αρχή
τρέχανε τα μάτια
σπιθαμή προς σπιθαμή
μα στη χώρα των θηρίων
στο φως δε θα τα δεις
στριμωχτήκαμε στον καιρό
και η πρώτη ερώτηση
σαν κύμα που φτάνει στη ακτή
ξέβρασε στα χείλη μου
ένα ξεχασμένο στην άβυσσο σπαθί
μάστορες με σειρά αιώνων
στη λεπίδα του περίτεχνα είχαν χαράξει
“είσαι ο φονιάς της αυγής”
σφίγγουν τα αίματα
σκούζουν οι σάρκες
και τα χέρια μου
άλογα στο άρμα της φαντασίας
δολοφονούν τον λήθαργο
“δεν υπάρχει απάντηση πριν πεθάνεις!”
εδώ σταματάει το όνειρο
και ξεκινάει το μυστικό
αποσύρονται οι γερασμένοι
στις ρυτίδες της γης
περιοριζόμαστε στο ανέκφραστο νησί
δεμένοι στο ναυάγιο του χρήσιμου
οι καρδιές μας σκεπάζονται από αχινούς
και οι σκέψεις μας σαν πεταλίδες
ξεραίνονται στο βράχο της λογικής
να ξαπλώσεις στο όριο
να γλείψεις την επιθυμία
τα αυτιά σου κρέμασε μακριά
κλέψε τον φόβο του διπλανού σου
γίνε μαγνήτης
η ζωή είναι μέταλλο
σφυρί η ερώτηση
και η φωτιά
-ο φυγάς της βαρύτητας-
η μόνη απάντηση._
7/5/10
19/4/10
ΖΗΤΩ! / σειρά ποιημάτων / VII. VIII.
εμφανίστηκε στο κατώφλι μου
ο άνθρωπος
συστήθηκε ως ιδιοκτήτης του σώματός του
βάλθηκε να μου εξηγήσει
πως είχε καταφέρει να εξουσιάζει
και να κατευθύνει τις αισθήσεις του
την όραση του
την είχε δεμένη στην αυλόπορτα
χαμαιλέοντας κατέτρωγε εικόνες
την ακοή
την έχτισε στους τοίχους
παραμονεύοντας για αντιδραστικούς ήχους
τη γεύση του
την άπλωσε στο πάτωμα
γλοιώδης παγίδα παρασίτων
την όσφρηση
σαν σανίδες την κάρφωσε στα παράθυρα
συλλέγοντας μούχλα
την αφή
στέγη την τοποθέτησε
απαγορεύοντας στις στάλες να τον αγγίζουν
και μέσα έστησε
το εγώ του
υπερήφανος και ασφαλισμένος
με ρώτησε για μένα
του είπα ότι έχει περάσει καιρός
από την τελευταία φορά
που συνάντησα τις αισθήσεις μου
του εξήγησα πως τις είχα αφήσει
ελεύθερες
εδώ και χρόνια
στις γύρω εκτάσεις
κάθε τόσο τις έβλεπα
να τρέχουν, να χοροπηδάνε
να ξεδιψάνε και να ξαναγκαλιάζονται
τις άκουγα να ζευγαρώνουν
κάποιες μέρες κατέφταναν
μακρινές μυρωδιές
από ξεραμένο αίμα
αναμιγμένες με άλλες
από φρέσκο γάλα
περνάγανε τα μερόνυχτα
και δειλά με προσεγγίζανε
με θάρρος αμφίρροπο
αφεθήκαμε σε χάδια
και κάθε φορά λαχταρούσα
να τις γευτώ
κυλιστήκαμε σε λάσπες
πλυθήκαμε σε λίμνες
και αγαπηθήκαμε σε άσπρα σεντόνια
με τις επιμιξίες μας
δημιουργήσαμε το κουκούλι
της υπεραίσθησης
και αυτό ιδιομορφώθηκε
και άπλωσε φτερούγες
απ’τη μία τον χώρο
απ’την άλλη τον χρόνο
και ήταν το σύστημα
των δυνάμεων
της συγχώρεσης
του συγχρονισμού
και της συναίσθησης
που συγκεντρώσανε το σώμα
στο ένα ισχυρό σημείο
το σημείο της αρχής
το έτος του μηδενός
από τότε τον άνθρωπο αυτόν
δεν τον ξαναείδα
και οι ορίζοντές μας
όλο και ξεμάκραιναν
ο ένας στη δύση του
και ο άλλος στην ανατολή του._
VIII.
η συνέχεια
σε καρφώνει στο κέντρο του χώρου
γυμνό δέντρο
εκεί σε βλέπω να πετάς
τον ύπνο και τον ξύπνιο
σαν ιδρωμένες φανέλες
πατσαβούρια με αρώματα
στήνεις με τις ώρες
στην αγορά
“σε παρακαλώ!
σε παρακαλώ!
το καλύτερο
για τον καλύτερο!”
μόλις σηκωθείς
νοσταλγείς την παύση σου
μόλις μιλήσεις
αποζητάς τη σιωπή σου
αμέτρητες εικόνες
εγκαταλείπουν τα μάτια σου
τρέχεις βιαστικά προς τη θέληση
παραισθήσεις φυτρώνουν στα ίχνη σου
και η έκταση τελικά σε προδίδει
στήνεσαι αγχωτικά
τότε βάφεσαι
“σε ευχαριστώ!
σε ευχαριστώ!”
μαρμάρινα σκαλοπάτια
σου φωνάζω
στέκονται στην πρόσοψή μου
μαυρίζουν και τα γδέρνω
δε το ξέρω, γιατί δε βλέπω
μα το ξέρω, γιατί το κάνω
οι λέξεις δε χωράνε πια
στις τσέπες μου
τις σκοτώνω συστηματικά
για να μην αραχνιάζουν
τις σκέψεις μου
σε κοιτάω επίμονα
μέχρι να γδυθείς
το βουητό στα αυτιά μου
δούρειος ίππος του πολιτισμού
μόνο ανάγκη υπάρχει
και για αυτό μοιάζουμε
το δεύτερο και το πρώτο πρόσωπο
είναι το δικό μου πρόσωπο
φαντάζομαι το σφυρί των ιδεών
στο δεξί χέρι
πυρωμένο με σφοδρότητα αιώνων
να σείεται γκρεμίζοντας
την έξοδο της πραγματικότητας
αλαλάζοντας ξεχύνονται ελεύθερα
τα όνειρα
ηρωικά βιάζουν τις αξίες
ο πόλεμος αρχή της ζωής
και εμείς αιχμάλωτοι του τέλους
τα λάφυρα σωριάζονται
στα πόδια μας κομμένα
ανάπηροι της επιλογής
αρπάζουμε τα ασπρόρουχα
μιας χθεσινής επιτυχίας σου
μπερδεμένα με τις σάρκες
της μελλοντικής αποτυχίας μου
όσο θα υπάρχω εγώ και εσύ
δε θα υπάρχει άλλος._







